Δυστυχώς, η κουλτούρα του «οι άνδρες δεν κλαίνε» και του «χτύπα σαν άνδρας» είναι ακόμα ισχυρή σε σημαντικά στρώματα του πληθυσμού κι ενίοτε αναπαράγεται από τα Μ.Μ.Ε.,  παρά τα όποια θεσμικά βήματα έχουν γίνει για την αποδόμηση τέτοιου είδους προτύπων. Ειδικότερα, η κουλτούρα του «μάτσο» άνδρα, ο οποίος δεν ανέχεται «πολλά-πολλά» από την «αδύναμη γυναίκα» και της επιβάλλει τη θέλησή του, είτε με ωμή σωματική βία είτε με ψυχολογική βία, έχει βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία και πρέπει να αλλάξει, αν θέλουμε να πάψουμε να μετράμε θύματα έμφυλης βίας.

    Η πλέον διαδεδομένη μορφή γυναικοκτονίας, είναι αυτή που διαπράττεται από άνδρα με τον οποίο μία γυναίκα είχε ή διατηρεί στενές σχέσεις (εραστής, σύζυγος συγγενής). Αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 35% όλων των δολοφονιών γυναικών παγκοσμίως. Οι συγκεκριμένοι φόνοι είναι συνήθως η κατάληξη μιας σειράς βίαιων συντροφικών σχέσεων και έντονης οικογενειακής βίας, συμπεριλαμβανομένης της αιμομιξίας, της σεξουαλικής παρενόχλησης, του βιασμού και της κακοποίησης, που κλιμακώνονται με την πάροδο του χρόνου μέσα σε μια σχέση και πιθανόν να οδηγήσουν σε γυναικοκτονία.

    Κι όπως γνωρίζουμε πολύ καλά, η συνάντηση του ρατσισμού με τον σεξισμό δεν επιδρά μόνο στα θύματα, αλλά χαρακτηρίζει και τον τρόπο αντίδρασης μέρους της κοινωνίας. Αυτών προηγείται κατά κανόνα ο περίφημος «διορθωτικός βιασμός» (Corrective Rape), από τον «μάτσο θύτη», ιδιαίτερης αγριότητας, που τις περισσότερες φορές οδηγεί στο θάνατο.

    Ποια είναι όμως η πρόληψη της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο έγκλημα αυτό; Ποια η θέση της Αστυνομίας, των ΜΜΕ και του συγκεκριμένου κάθε φορά νομικού συστήματος  για την αποκλιμάκωση της ακραίας ρατσιστικής κουλτούρας;  Για άλλη μια φορά η γυναικεία υπόσταση και αξιοπρέπεια συνθλίβεται  μπροστά στο τηλεοπτικό κέρδος ενός τηλεοπτικού σταθμού. Ο σεξισμός, σε αγαστή συνάφεια με την προτροπή σε έμφυλη βία και μάλιστα σε ακραία μορφή της, όπως είναι το έγκλημα του βιασμού αναδεικνύεται, στο πλαίσιο μιας σεξιστικής ακραίας κουλτούρας. Το ζήτημα είναι η αδράνεια του νομικού μας συστήματος, παρά την κατάφωρη παραβίαση του θεσμικού πλαισίου, παρά την κυρωμένη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και τον Ν. 4604/2019 για «την προώθηση της ουσιαστικής ισότητας των φύλων»  και το γεγονός αυτό επισημαίνεται ως εξαιρετικά απογοητευτικό. Αυτό που δυστυχώς όμως, δεν αντιλαμβανόμαστε ως κοινωνία, είναι ότι όσο πιο ρατσιστική γίνεται, τόσο περισσότερο θα «νομιμοποιείται» η έμφυλη βία και θα αυξάνεται η λίστα των θυμάτων..

Σοφία Βαγενά

Γραμματέας Α.ΚΙ.Δ.Α.

Μέλος Δ.Σ  Π.Ο.ΑΞΙ.Α & ΕΝ.ΑΞΙ.Α


   Από τις νυχτερινές ώρες της 09/07/2020, παρατηρούμε «τηλεοπτικούς» συνδικαλιστές να συμμετέχουν σε τηλεδικαστήρια, σπεύδοντας να πάρουν θέση και να καταδικάσουν συνάδελφό τους Αξιωματικό, για ελευθέρωση κρατουμένου, χωρίς οι ίδιοι να ήταν παρόντες στο συμβάν και χωρίς να γνωρίζουν τα πραγματικά περιστατικά.

     Επειδή έχουν φτάσει πληροφορίες στην παράταξή μας, ότι όσα έχουν βγει στη δημοσιότητα, κυρίως από πλευράς Προεδρείου της ΣΕΦΕΑ, φέρονται να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα, καλούμε τους συνδικαλιστές άλλων Σωματείων να σεβαστούν τα δικαιώματα και το τεκμήριο της αθωότητας του ως άνω Αξιωματικού και να αφήσουν απερίσπαστη τη Δικαιοσύνη επιτελέσει το έργο της, αντί να βάζουν πλάτη σε μικροπολιτικές σκοπιμότητες. 

 

Η Γραμματεία της Α.ΚΙ.Δ.Α.


    Η εκπαίδευση των Δοκίμων Υπαστυνόμων κι εν γένει των Αστυνομικών είναι αναγκαίο να προσανατολίζεται στις απαιτήσεις και στις ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τα δικαιώματα των εκπαιδευομένων. Προς αυτή την κατεύθυνση κινήθηκαν, αργά αλλά σταθερά, οι αλλαγές τα τελευταία χρόνια, με κυριότερη τομή την κατάργηση της υποχρεωτικής εσώκλειστης φοίτησης - του λεγόμενου στρατωνισμού - στη Σ.Α.Ε.Α., για τους Δοκίμους του 2ου, 3ου και 4ου εκπαιδευτικού έτους και την αντικατάστασή της με ακαδημαϊκή φοίτηση. Η ανωτέρω κατάργηση αποτέλεσε κατάκτηση και αποφασιστικό βήμα προς τη μερική αποστρατικοποίηση του χαρακτήρα της Σχολής προκειμένου οι εκπαιδευόμενοι αφενός να επικεντρωθούν στα μαθήματά τους κι αφετέρου να κοινωνικοποιούνται καλύτερα κι απρόσκοπτα στην προσωπική τους ζωή. 

    Γνωστό είναι ότι η Α.ΚΙ.Δ.Α. πρότεινε, πρωτοστάτησε κι ανέδειξε την κατάργηση του στρατωνισμού, σε μία προσπάθεια περαιτέρω εκδημοκρατισμού, η οποία στη συνέχεια αγκαλιάστηκε από το συνδικαλιστικό κόσμο και βρήκε την αμέριστη υποστήριξη των Δοκίμων Υπαστυνόμων. Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε ότι μετά από συγκεκριμένη πρόταση σχεδιάζεται η επαναφορά της εσώκλειστης φοίτησης για το 2ο και 3ο έτος, κάτι το οποίο απευχόμαστε, διότι ερείδεται σε λογικές παρωχημένων προτύπων και δεν προάγει τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο της εκπαίδευσης.

    Η Ανοιχτή Κίνηση Δημοκρατών Αξιωματικών από την πρώτη στιγμή θεωρεί το εν λόγω θέμα μείζονος σημασίας, για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και αναβάθμιση των αστυνομικών σχολών. Για μία ακόμα φορά στεκόμαστε στο πλευρό των συναδέλφων Δοκίμων, που μετά την ανάθεση φρούρησης σε αυτούς της Σχολής, με την τροποποίηση, που επέφερε το Π.Δ. 89/2019 στον Οργανισμό της Σχολής Αξιωματικών, άλλη μία αλλαγή επιχειρείται, που δεν τους βρίσκει σύμφωνους, αίρει κεκτημένα δικαιώματα κι αποτελεί κίνηση οπισθοδρόμησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

 

Η Γραμματεία της Α.ΚΙ.Δ.Α.


    

     Το αστυνομικό προσωπικό κλήθηκε να σηκώσει όλο το βάρος της εφαρμογής των μέτρων για την αποφυγή εξάπλωσης της πανδημίας του κορονοϊού. Την ώρα που όλοι οι πολίτες ακολουθούσαν το «μένουμε σπίτι», οι αστυνομικοί δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα, έστω κι αν το επιθυμούσαν για την ασφάλεια των ιδίων και των οικογενειών τους. Ήταν και είναι στην πρώτη γραμμή εκτεθειμένοι στον κίνδυνο, εργαζόμενοι υπό αντίξοες συνθήκες και χωρίς δυνατότητα λήψης αδείας για ενάμιση μήνα, καθότι η χορήγησή τους είχε ανασταλεί, ακόμα και μέσα στην περίοδο του Πάσχα. Παράλληλα με την εφαρμογή των μέτρων κατά της πανδημίας, οι αστυνομικοί κλήθηκαν κι ανταπεξήλθαν για το προσφυγικό στα σύνορα της χώρας, στον Έβρο και στα νησιά, εκπληρώνοντας στο ακέραιο το καθήκον τους. Προς έμπρακτη αναγνώριση της προσπάθειας και της προσφοράς των αστυνομικών τη δύσκολη αυτή περίοδο υπήρξε αίτημα για οικονομική επιβράβευση του έργου τους με έκτακτη οικονομική ενίσχυση, όπως ήδη συνέβη για το υγειονομικό προσωπικό, ύψους μισού μηνιαίου βασικού μισθού.

      Μέσα στον Απρίλιο ακούσαμε τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο να μας ενημερώνει ότι το εν λόγω θέμα της οικονομικής ικανοποίησης το χειρίζεται προσωπικά ο Πρωθυπουργός και λίγες ημέρες αργότερα ο Υπουργός Οικονομικών ανακοίνωσε ότι το οικονομικό επιτελείο εξετάζει τη δυνατότητα να δοθεί ειδικό επίδομα στους αστυνομικούς. Η είδηση μεταδόθηκε από τα μέσα ενημέρωσης γεμίζοντας αισιοδοξία τους συναδέλφους. Πέρασε ενάμιση μήνας από τότε, χωρίς καμία νεότερη εξέλιξη και χωρίς φυσικά να καταβληθεί κανένα επίδομα. Απορίας άξιο είναι το γεγονός ότι έκτοτε οι περισσότεροι συνδικαλιστές αποφεύγουν να τοποθετηθούν επί του θέματος κι απέχουν δια της σιωπής.  Ελπίζουμε σε αίσια έκβαση του εν λόγω θέματος και ως προς το χρόνο καταβολής και ως προς το ύψος της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης.

       Οι συνθήκες εργασίας, που δημιουργήθηκαν αυτή την εποχή αποτελούν ένα δείγμα, το οποίο επιβεβαιώνει το γενικό κανόνα της διαρκούς επικινδυνότητας του αστυνομικού επαγγέλματος. Κανένα άλλο επάγγελμα δεν εκτίθεται σε τόσο σοβαρούς κινδύνους κι αντιξοότητες όπως αυτό του αστυνομικού. Κανένα άλλο επάγγελμα τα τελευταία χρόνια δεν μετράει εκατοντάδες νεκρούς και χιλιάδες τραυματίες σε διατεταγμένη υπηρεσία κι ένεκα αυτής. Το καθολικό αίτημα για την αναγνώριση της επικινδυνότητας είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Δυστυχώς, αυτό το αυτονόητο της αναγνώρισης έρχεται σε αντίθεση με την κοινή λογική όταν αποτιμάται ως προς το δημοσιονομικό κόστος της καταβολής επιδόματος και της συνταξιοδότησης με λιγότερα έτη υπηρεσίας. Τον επόμενο μήνα η Επιτροπή Κρίσεως Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων, που έχει συσταθεί θα ολοκληρώσει το έργο της και θα υποβάλλει προτάσεις. Πουθενά δεν ακούσαμε ότι εξετάζεται η ένταξη του αστυνομικού επαγγέλματος σε αυτό το καθεστώς.

       Για τα δύο αυτά φλέγοντα θέματα της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης και της αναγνώρισης της επικινδυνότητας είναι διάχυτη η ανησυχία και η δυσαρέσκεια από τις εξελίξεις όλων των συναδέλφων. Ας στείλουμε μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι θέλουμε έργα κι όχι άλλα λόγια.

 

Η Γραμματεία της Α.ΚΙ.Δ.Α.



    Η Εργατική Πρωτομαγιά αποτελεί ημέρα ορόσημο και υπενθύμισης των αγώνων των εργαζομένων για ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, βελτίωση των αμοιβών, καταπολέμηση της φτώχειας και της ανεργίας, δικαίωμα στην υγεία και την αξιοπρεπή διαβίωση. Οι εργατικές κινητοποιήσεις σε Σικάγο, Θεσσαλονίκη και Καισαριανή χαράχτηκαν με αίμα και θυσίες αποτελώντας σταθμούς στην ιστορία, για ισότητα και δικαιοσύνη στο χώρο της εργασίας. Τα αιτήματα για οκτάωρη εργασία και καθιέρωση αργιών, που σήμερα φαίνονται αυτονόητα, χρειάστηκε να περάσουν μέσα από σκληρούς αγώνες προκειμένου να αποτελέσουν κατακτήσεις του εργατικού κινήματος. Το μήνυμα της 1ης Μαΐου είναι διαρκές και αναλλοίωτο, για τη διεκδίκηση και διαφύλαξη εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά και για δίκαιη διανομή του πλούτου, που θα εξασφαλίζει κοινωνική συνοχή και πρόοδο.

    Στη δύσκολη περίοδο, που διέρχεται η πατρίδα μας και ολόκληρος ο κόσμος, λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, οι εργαζόμενοι μένουμε ενωμένοι και αλληλέγγυοι προκειμένου να διασφαλίσουμε εργασιακά κεκτημένα και να αποτρέψουμε τυχόν οικονομικές επιπτώσεις να μετακυλήσουν στις πλάτες μας. Στα δύσκολα πρέπει να βάλουν πλάτη οι έχοντες και να εισφέρουν από το περίσσευμα των κερδών και όχι οι εργαζόμενοι από το υστέρημα των μισθών.

    Σε αυτές τις συνθήκες, που διαμορφώθηκαν από την πανδημία, οι αστυνομικοί δίνουν τη δική τους μάχη, για την εφαρμογή των μέτρων αποφυγής εξάπλωσης του ιού, επιτελώντας το καθήκον τους καθημερινά στο πλευρό των πολιτών, εργαζόμενοι υπό αντίξοες συνθήκες και χωρίς να λαμβάνουν επί ενάμιση μήνα άδεια. Το αίτημα για έμπρακτη αναγνώριση της προσφοράς τους με έκτακτη οικονομική ενίσχυση και αναγνώριση της επικινδυνότητας του επαγγέλματος είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η Γραμματεία της Α.ΚΙ.Δ.Α.